αἰπολικός

αἰπολ-ικός, ή, όν,
A of or for goatherds,

θάημα Theoc.1.56

;

τρύπανον Call.Fr.412

;

σύριγγες AP12.128

(Mel.), cf. 9.217 (Muc. Scaev.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιπολικός — αἰπολικός, ή, όν (Α) [αἰπόλος] αυτός που ανήκει ή χρησιμεύει στον αιπόλο, τον γιδοβοσκό …   Dictionary of Greek

  • αἰπολικά — αἰπολικός of neut nom/voc/acc pl αἰπολικά̱ , αἰπολικός of fem nom/voc/acc dual αἰπολικά̱ , αἰπολικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικῶν — αἰπολικός of fem gen pl αἰπολικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικόν — αἰπολικός of masc acc sg αἰπολικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικαί — αἰπολικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικοί — αἰπολικός of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικῆς — αἰπολικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικήν — αἰπολικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπολικῷ — αἰπολικός of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιπόλος — αἰπόλος, ο (Α) 1. αιγοβοσκός, γιδοβοσκός 2. στον Ησύχιο «αἰπόλος κάπηλος» η σημ. «κάπηλος» είτε αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία τού ομηρ. χωρίου ρ 247 (Leumann) είτε, το πιθανότερο (Latte), αποτελεί παρανάγνωση τού ἀί πολος (= ἀεί πολος) που θα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.